Οι κυρίαρχες τουρκικές θέσεις για το Αιγαίο

Οπως είχε πει ο Κινέζος στρατηγός Σουν Τσου, ο συγγραφέας του «Η Τέχνη του Πολέμου» (5ος αιώνας π.Χ.), «αν ξέρεις τον εχθρό σου και ξέρεις και τον εαυτό σου δεν χρειάζεται να φοβάσαι το αποτέλεσμα εκατό μαχών». Ως γνωστόν αποτελεί βασική αρχή της εξωτερικής πολιτικής-εθνικής στρατηγικής ότι για να μπορείς να τη χαράξεις και να είναι αποτελεσματική πρέπει να είσαι σε θέση να γνωρίζεις τι πιστεύει ο αντίπαλος, ποιοι είναι οι φόβοι και η αίσθηση απειλής για τα ζωτικά εθνικά του συμφέροντα και, πάνω απ’ όλα, θα έλεγα, τι τον πονάει, τι τον καίει.

Ας δούμε λοιπόν την κυρίαρχη τουρκική άποψη σε σχέση με τη διένεξη του Αιγαίου, που όσο την αγνοούμε ή τη γνωρίζουμε πλημμελώς (α) δεν θα μπορέσουμε, διά της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών (διαπραγματεύσεις, Διεθνές Δικαστήριο) να τις επιλύσουμε –διαφορές που μας βασανίζουν σχεδόν μισό αιώνα– και (β) ίσως να μην αποφύγουμε τη σύγκρουση, ακόμα και την ένοπλη, εννοείται με καταστροφικές συνέπειες και για τις δύο πλευρές και ειδικά για εμάς.

Η κυρίαρχη τουρκική άποψη είναι ότι η Ελλάδα (και όχι εκείνη) είναι αναθεωρητική στο Αιγαίο. Ως προς αυτό η Τουρκία είναι απολύτως πεπεισμένη – και όχι μόνο η σημερινή, μετά το 2016 Τουρκία, του μεγαλομανούς Ερντογάν. Κατά την Αγκυρα, η Αθήνα επιζητεί εδώ και δεκαετίες να αλλάξει το υπάρχον status quo στο Αιγαίο υπέρ της και σε βάρος της Τουρκίας.

Ο ελληνικός αναθεωρητισμός στο Αιγαίο φαίνεται από τα εξής: την απειλή επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης από τα 6 στα 12 μίλια, την «παράνομη στρατιωτικοποίηση» των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου από τη δεκαετία του 1960, την παλαιότερη (το 1931) «παράνομη επέκταση» του εναερίου στα 10 μίλια (αντί των 6 που θα έπρεπε να είναι για να συνάδει με την αιγιαλίτιδα ζώνη) που συνεχίζει και διατηρείται μέχρι και σήμερα, καθώς και την κατάχρηση των αρμοδιοτήτων της Αθήνας που απορρέουν από τον έλεγχο της εναέριας κυκλοφορίας (FIR).

Η Τουρκία είναι πεπεισμένη ότι η Ελλάδα εκλαμβάνει το Αιγαίο ως «ελληνική θάλασσα», σαν να μην υπάρχει άλλη παράκτια χώρα στη θάλασσα αυτήν και μάλιστα με ακτογραμμή στο Αιγαίο σχεδόν 3.000 μιλίων, μια περιοχή στην οποία διακυβεύονται ζωτικής σημασίας τουρκικά εθνικά συμφέροντα.

Μπροστά σε αυτήν την «ελληνική πρόκληση», η Αγκυρα θεωρεί ότι διαθέτει δύο κύριους μοχλούς πίεσης:

(α) την πειθώ των νομικών και πολιτικών επιχειρημάτων της, που ίσως τελικά οδηγήσουν την Ελλάδα στον ουσιαστικό διάλογο και στις διαπραγματεύσεις για συνολική συμφωνία στο Αιγαίο με στόχο λύσεις αμοιβαία αποδεκτές· και

(β) την απειλή του casus belli σε σχέση με την επέκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 μίλια που, κατά την Τουρκία (ειδικά από πλευράς ιεράκων διπλωματών, στρατιωτικών και πολιτικών), αν δεν εξακολουθήσει να επικρέμαται ως απειλή, η Ελλάδα δεν θα διστάσει να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της, με αποτέλεσμα τη φίμωση της Τουρκίας και ανυπολόγιστη ζημία των εθνικών της συμφερόντων αλλά και της οικονομίας της· και, επιπλέον, μέγα πλήγμα στο γόητρο της χώρας (μιας μεγάλης και ισχυρής χώρα, σχεδόν περιφερειακής δύναμης, όπως θεωρεί τον εαυτό της η Τουρκία, ειδικά σήμερα).

Για μια πληρέστερη κατανόηση της γενικότερης τουρκικής στάσης με αντίκτυπο και στα θέματα του Αιγαίου, θα πρέπει να αναφερθούμε και στο καίριας σημασίας «σύνδρομο των Σεβρών» (ή «φοβία των Σεβρών»).

Ο μπαμπούλας αυτός τουρκικής επινόησης είναι ο φόβος επανεμφάνισης μιας κατάστασης όπως αυτή που δημιουργήθηκε με τη Συνθήκη των Σεβρών (Αύγουστος 1920), που, αν εφαρμοζόταν, η Τουρκία θα διέθετε λιγότερο από το ένα τρίτο του σημερινού της μεγέθους.

Για τους Τούρκους πρόκειται για τον τρόμο της συρρίκνωσης και του διαμελισμού της χώρας τους, που δεν αποτελεί μόνο παρανοϊκή αφήγηση των Τούρκων με ελλιπή παιδεία και άγνοια της διεθνούς πολιτικής, αλλά αντίληψη με τεράστια απήχηση σε πολιτικούς (και όχι μόνο σε εθνικιστές πολιτικούς), στρατιωτικούς, δημοσιογράφους, ανώτατους διπλωματικούς αλλά και πολλούς διανοούμενους, δεξιούς (εθνικιστές και ισλαμιστές), κεντροαριστερούς (κεμαλικούς) και αριστερούς.

Το σύνδρομο αυτό συνδυάζεται με διάφορες θεωρίες διεθνούς συνωμοσίας και επιβουλής από τους «ξένους» (χθες από τη Σοβιετική Ενωση, μετά το 1990 κυρίως από τις ΗΠΑ και από την Ευρώπη, και σήμερα και από τον «εβραϊκό δάκτυλο»). Δηλαδή, η μεγάλη πλειονότητα του τουρκικού λαού (όπως δείχνουν και σχετικές έρευνες της κοινής γνώμης) αλλά και ικανό τμήμα της διανόησης και αυτών που λαμβάνουν αποφάσεις θεωρούν ότι οι Σέβρες το 1920 δεν ήταν κάτι το ιστορικά μοναδικό, αλλά η στιγμή που οι Ευρωπαίοι και οι Ελληνες προσπάθησαν να πράξουν αυτό που πάντοτε ήθελαν, και αυτό επιδιώκουν να κάνουν και σήμερα.

Στο πλαίσιο του συνδρόμου των Σεβρών εξέχουσα θέση κατέχει η Μεγάλη Ιδέα, που η πλειονότητα των Τούρκων θεωρεί ότι έχει αναβιώσει στην Ελλάδα από τη δεκαετία του 1950 και ισχύει μέχρι και σήμερα, με μίνιμουμ μία ελληνική Κύπρο ή μία Κύπρο ενωμένη με την Ελλάδα, είτε έμμεσα ενωμένη μέσω Ευρωπαϊκής Ενωσης, το Αιγαίο «ελληνική λίμνη» (που θα σφραγιστεί με την επέκταση στα 12 μίλα, καθιστώντας την Τουρκία περίκλειστη χώρα σε σχέση με το Αιγαίο), και μάξιμουμ στόχους την προσάρτηση της Ιμβρου και της Τενέδου, την κατοχή της Κωνσταντινούπολης, την προσάρτηση της Σμύρνης και ελληνικό κράτος στον Πόντο!

Γενικότερα, στην Τουρκία επικρατεί η ακόλουθη θέση που εκλαμβάνεται ως αξίωμα: «Η ελληνική εξωτερική εδράζεται στη Μεγάλη Ιδέα, συνεπώς είναι επεκτατική. Η τουρκική εξωτερική πολιτική εδράζεται στο “Εθνικό Σύμφωνο” (Misak-ι-Milli), συνεπώς είναι αμυντική».

*Ομότιμος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συγγραφέας τεσσάρων βιβλίων, στα ελληνικά και στα αγγλικά, για τη διένεξη του Αιγαίου και την επίλυσή της, με πιο πρόσφατο το «Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειος: 50 + 1 όψεις των ελληνοτουρκικών διενέξεων» (Εκδόσεις Θεμέλιο, 2020)

Πηγή: Η Εφημερίδα των Συντακτών

Σχόλια Άρθρου